Η ακρίβεια δεν είναι συνέπεια του πολέμου στο Ιράν. Δεν οφείλεται σε εξωγενείς παράγοντες στην Ελλάδα. Δεν είναι μόνο οικονομική δυσκολία για την κοινωνία τα τελευταία 6 χρόνια. Είναι μια καθημερινή ασφυξία για νοικοκυριά και επαγγελματίες. Και όσο η κυβέρνηση επιχειρεί να την παρουσιάσει ως μια «εισαγόμενη κρίση» ή ως ένα παροδικό φαινόμενο,οι αριθμοί,αλλά κυρίως η πραγματικότητα στην αντλία και στους λογαριασμούς ρεύματος, τη διαψεύδουν πανηγυρικά.
της Ιωάννας Λιούτα*
Το 2019 το πετρέλαιο κίνησης κυμαινόταν μεταξύ 1,30 και 1,40 ευρώ το λίτρο. Σήμερα ξεπερνά το 1,90 και συχνά αγγίζει ή και περνά τα 1,95 ευρώ. Πρόκειται για μια αύξηση που δεν μπορεί να εξηγηθεί μόνο από τις διεθνείς τιμές. Όταν ο καταναλωτής βλέπει σχεδόν δύο ευρώ στην αντλία, αντιλαμβάνεται πολύ καλά ότι κάτι βαθύτερο συμβαίνει στην αγορά καυσίμων. Η κατάσταση στο ηλεκτρικό ρεύμα είναι εξίσου ενδεικτική. Η κιλοβατώρα που πριν λίγα χρόνια κόστιζε περίπου 11 λεπτά, σήμερα φτάνει από 14 έως και 20 λεπτά. Για χιλιάδες επιχειρήσεις αυτό μεταφράζεται σε τεράστια λειτουργικά κόστη, ενώ για τα νοικοκυριά σημαίνει λογαριασμούς που συχνά ξεπερνούν τα όρια της αντοχής τους.
Ιδιαίτερα στην αγορά πετρελαίου κίνησης, η εικόνα γεννά σοβαρά ερωτήματα. Οι καταγγελίες για αισχροκέρδεια δεν είναι απλώς πολιτικές αιχμές αλλά είναι μια αίσθηση που διαμορφώνεται καθημερινά στην κοινωνία. Όταν η κυβέρνηση επιλέγει να επιβάλει πλαφόν σε τμήματα της αγοράς όπου υπάρχει ανταγωνισμός, αλλά δεν αγγίζει την κορυφή της αλυσίδας, εκεί όπου τα διυλιστήρια λειτουργούν πρακτικά ως ολιγοπώλιο, τότε το μήνυμα που εκπέμπεται είναι ότι η παρέμβαση σταματά εκεί που αρχίζει η πραγματική ισχύς της αγοράς.
Το επιχείρημα περί «έλλειψης δημοσιονομικού χώρου» επίσης δύσκολα πείθει. Η ίδια η κυβέρνηση παραδέχεται ότι η προηγούμενη χρονιά έκλεισε με πλεόνασμα περίπου 12 δισεκατομμυρίων ευρώ. Επιπλέον,σε ευρωπαϊκό επίπεδο έχει ανοίξει η συζήτηση για αξιοποίηση των δημοσιονομικών αποθεμάτων, του λεγόμενου «μαξιλαριού». Άρα το ζήτημα δεν είναι αν υπάρχουν πόροι. Πόροι υπάρχουν.Το ζήτημα είναι πού επιλέγει να τους κατευθύνει η πολιτεία.
Ακόμη πιο αποκαλυπτικό είναι το γεγονός ότι περίπου το 60% της τιμής που πληρώνει ο πολίτης στην αντλία αποτελείται από φόρους. ΦΠΑ και Ειδικός Φόρος Κατανάλωσης διαμορφώνουν το μεγαλύτερο μέρος του τελικού κόστους. Η μείωσή τους δεν αποτελεί απαγορευμένη επιλογή από την Ευρωπαϊκή Ένωση, όπως συχνά αφήνεται να εννοηθεί. Είναι μια πολιτική απόφαση.
Και εδώ βρίσκεται ο πυρήνας της συζήτησης. Η ακρίβεια δεν είναι απλώς αποτέλεσμα εξωτερικών πιέσεων. Είναι και αποτέλεσμα πολιτικών επιλογών. Επιλογών για το πώς φορολογείται η ενέργεια, για το πώς ελέγχεται η αγορά και για το ποιος τελικά σηκώνει το βάρος.
Όσο οι πολίτες πληρώνουν σχεδόν δύο ευρώ για ένα λίτρο πετρέλαιο και βλέπουν τους λογαριασμούς ρεύματος να αυξάνονται, τα επιχειρήματα περί «αντικειμενικών δυσκολιών» και πολέμου στο Ιράν ακούγονται όλο και πιο αδύναμα. Γιατί στην καθημερινότητα της κοινωνίας, η οικονομική πολιτική δεν κρίνεται από τις ανακοινώσεις, αλλά από το ποσό που γράφει η αντλία και ο λογαριασμός στο τέλος του μήνα.
*Πολιτική και Οικονομική Αναλύτρια










